Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Το Έθνος και η ιστορία του είναι το πρόσωπό μας στον κόσμο, του Φαήλου Μ. Κρανιδιώτη

Όλες οι κυβερνήσεις της νεότερης Ιστορίας, μέχρι και τα πρώτα χρόνια της βουτηγμένης στο αίμα της Κύπρου μεταπολίτευσης, είχαν μια σταθερά.

Βενιζελικοί και λαϊκοί, βασιλόφρονες και οπαδοί της αβασίλευτης, δημοκράτες κι ολοκληρωτικοί, του Κέντρου ή της ΕΡΕ, σοσιαλιστές ή οπαδοί της ελεύθερης αγοράς, είχαν πάντοτε ένα κοινό. Από τον Βενιζέλο ως τον Μεταξά, κι από τον Παπαναστασίου, ως τον Σοφούλη, τον Παπάγο, τον Γέρο, ή τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, κάτι σταθερό κι αμετάβλητο διαπερνούσε το Κράτος, την κοινωνία απ’ άκρου εις άκρον: η κυρίαρχη εθνική ιδεολογία στην εκπαίδευση όλων των βαθμίδων, στις Ένοπλες Δυνάμεις, στον Τύπο, στον δημόσιο λόγο.

Κι υπήρχε και μια αληθινή και παραγωγική διανόηση, που μετουσίωνε την εθνική ιδέα, και όχι μόνο, σε αληθινή τέχνη. Σήμερα «ο Ιούδας, που φιλάει υπέροχα», είναι κρατικοδίαιτος, προοδευτικός κι οπαδός του..Μνημονίου. Και φυσικά είναι Ιούδας. Σήμερα η κρεμ ντε λα κρεμ του χασμουρητού που υποδύεται την τέχνη, παίζει μεταξύ life style και αποδόμησης. Είπαμε: πρότυπο ο γκέϊ αφγανός λαθρομετανάστης εκτροφέας καρέτα – καρέτα. Άλλωστε, με τα μέτρα των κατά Μίκη σημερινών «ιντελιγκέντσηδων» και των αποδομητών που μας κυβερνούν, το «Άξιον Εστί» είναι προϊόν …υπερπατριωτισμού. Υποθέτω ότι θα το περιλάβει, παίζοντας με τα τσουλούφια του, ο Τατσόπουλος σε νεότερη χορηγημένη εκπομπή του γνωστού συγκροτήματος, με τις ανακυκλωτικές ανιδιοτελείς ευαισθησίες. Αλουμίνιο, πλαστικό και Ιστορία. Όλα στην προοδευτικιά χωματερή. Καιρός να υποστεί και η πατριωτική ποίηση την δέουσα, φιλική προς το μνημονιακό περιβάλλον, επεξεργασία.

Κάποτε νήπια, παιδιά, έφηβοι κι ενήλικες, διδάσκονταν την πίστη στην Πατρίδα, μέσα από την Ιστορία της, μέσα από την κρατική Παιδεία, την οικογένεια, μέσα από κάθε συλλογική έκφραση του δημοσίου βίου.

Ο τρόπος άλλοτε εμπνευσμένος και ποιητικός, ενίοτε άγαρμπος και πρωτόλειος, αλλά πάντως ένα ελληνοκεντρικό πρότυπο ελευθεροφροσύνης και φλογερού πατριωτισμού σφυρηλάτησε γενιές Ελλήνων. Διασφάλιζε την εθνική και κοινωνική ενότητα. Έθετε τα πρότυπα. Ταυτόχρονα όμως αποτελούσε την αστείρευτη πηγή ενέργειας για κάθε αγώνα, σε κάθε κίνδυνο, απέναντι σε κάθε εχθρό και συμφορά.

Ακόμη κι ο Άρης, όταν βγήκε στο κλαρί, υποδύθηκε τον «Ταγματάρχη» του Πυροβολικού, έβαλε μπροστά την γαλανόλευκη κι έκανε συνέχεια αναφορές στο ΄21 και την κλεφτουριά, από την πρώτη μέρα ως και στην περίφημη ομιλία του στη Λαμία. Μόνο έτσι μπόρεσε να μαζέψει κόσμο γύρω από τη σημαία του.

Δεν είναι τυχαίο ότι το ΚΚΕ, που ως τότε είχε μικρή απήχηση κι ήταν μισοδιαλυμένο από την καταστολή αλλά και τις απίστευτες «πατέντες» του δαιμόνιου Μανιαδάκη («μαϊμού» Ριζοσπάστης και Κεντρική Επιτροπή!), μόνο όταν χρησιμοποίησε τον Πατριωτισμό, τα εθνικά σύμβολα και πήρε (ή κατ’ άλλους καπηλεύθηκε) την πρωτοπορία στο Εθνικό Κίνημα, μπόρεσε να αποκτήσει πλατιά επιρροή κι έφτασε ως την πόρτα της εξουσίας.

Τον Λάκη Σάντα και τον Μανώλη Γλέζο κάποιοι και κάτι τους έμαθαν ν’ αγαπούν την Πατρίδα.

Σ’ ένα από τα πολλά επεισόδια της μάχης των Οχυρών, ένας νέος Έλληνας θερίζει τον ανθό των επερχόμενων Γερμανών. Ο Αλ. Ζαούσης γράφει γι αυτόν: «Ένα σκυρόδετο πολυβολείο, γνωστό ως Π9, σε μια μικρή δύναμη προκαλύψεως έξω από το Μπέλες. … Ο Γερμανός Διοικητής ζήτησε να δει τον επικεφαλής Έλληνα. Λοχίας Δημήτριος Ίτσιο. Ο Γερμανός τον χαιρέτησε, τον συνεχάρη και μετά διέταξε να τον τουφεκίσουν»! Ο έφεδρος Λοχίας Δημήτριος Ίτσιος, από τα Άνω Πορρόϊα Σερρών είναι ο πρώτος εκτελεσμένος από τις κατοχικές δυνάμεις. Μιλάει κανείς γι’ αυτόν στα παιδιά σας; Κάποιοι και κάτι τον έκαναν αυτό που ήταν.

Οι ανώνυμοι Εδεσίτες κι Ελασίτες, που βγήκαν για να πολεμήσουν τους κατακτητές είχαν κι αυτοί «ηθικό αυτουργό». Τον ίδιο που είχαν κι αυτοί που ξεκινούσαν μια Οδύσσεια κινδύνων για να καταταγούν στον Ιερό Λόχο και τις άλλες μονάδες του Ελληνικού Στρατού στην Μέση Ανατολή. Οι μαχητές της Στρατιάς στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του Λαού μας στην Μικρά Ασία, οι νικητές της Αλβανίας και οι υπερασπιστές των Οχυρών, οι υπερασπιστές της Δημοκρατίας στο λησμονημένο έπος του 1944-1949, οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ και του 1974, είχαν όλοι τον ίδιο «ηθικό αυτουργό» στην δράση τους: την εθνική τους συνείδηση και φιλοτιμία. Συνείδηση και φιλοτιμία που σφυρηλατήθηκαν από δάσκαλους, γονείς, διανόηση, από μια κυρίαρχη εθνική ιδεολογία.

Αν πιστεύεις ότι το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του γιατί ν’ αγωνιστείς γι’ αυτό;

Αν πιστεύεις και θέλεις να κάνεις και τους άλλους να πιστέψουν, ότι είμαστε ένα μπάσταρδο συνοθύλευμα, που ενώθηκε πάνω σε ιστορικά ψεύδη, τότε γιατί να θυσιαστείς και τι να θυσιάσεις; Το πολύ – πολύ να πακετάρεις την βαλίτσα σου.

Ο Λαός μας διάβηκε τα πεδία της Ιστορίας δια πυρός και σιδήρου ως συγκροτημένο Έθνος κι όχι ως κοπάδι ανδράποδων. Αυτή την κυρίαρχη ιδεολογία, βασισμένη φυσικά στην γλώσσα, την θρησκεία, την παράδοση, το κοινό συναίσθημα καταγωγής, την μορφοποιούσε και περνούσε το Κράτος μέσα από τις δομές του σε όλους. Αυτή η εθνική ιδεολογία δεν νομιμοποιούσε απλά στις συνειδήσεις των ανθρώπων την Πατρίδα. Την καθαγίαζε. Συγκροτούσε το ύψιστο κίνητρο.

Αυτή είχαν στις αποσκευές τους και τα εκατομμύρια των Ελλήνων που σκόρπισαν στην προσφυγιά και την ξενητειά. Δεν ήταν κάποιοι, που πήγαν κάπου. Ήταν Έλληνες, είχαν ταυτότητα, γλώσσα, μουσικές, δικούς τους τόπους πίσω τους και κοινό τρόπο μέσα τους. Γι’ αυτό ακόμα σήμερα στο Τορόντο και στο Σικάγο, στο Μπουένος Άϋρες και στο Γιοχάνεσμπουργκ, μαζεύονται, τραγουδούν και χορεύουν τους αρχαίους κυκλικούς χορούς μας. Δεν έγιναν πολτός, γιατί ποτέ δεν ήταν πολτός. Κι ούτε θα γίνουν. Ειδικά οι έξω.

Γι’ αυτήν την ιδεολογία αυτοκτόνησε η Ηγερία του νεότερου Ελληνισμού, η Π. Δέλτα, όταν μπαίνανε οι Γερμανοί στην Αθήνα. Γι’ αυτήν ο Σάντας ανέβηκε στο βράχο. Γι’ αυτήν ανέβηκε στην αγχόνη ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Γι’ αυτήν άντεξαν δεκαετίες διώξεων οι Βορειοηπειρώτες αγωνιστές.

Δειλά – δειλά από το 1981 και μετά σηκώθηκαν τα πόδια να χτυπήσουν το κεφάλι. Όλο το μηδενιστικό, χολερικό σκυλολόϊ της παρακμής, σιγά – σιγά επέδραμε σε όλους τους μηχανισμούς, που ήταν οι φορείς και τροφοδότες της εθνικής ιδεολογίας.

Τώρα, σαστισμένοι, οδηγούν τη χώρα στον κατήφορο χωρίς φρένα και μας ζητούν να πάμε κάπου, κάπως, να κάνουμε κάτι. «Δικαιώνεται» το χλευαστικό σύνθημα της δεκαετίας του ΄80 στους τοίχους των αμφιθεάτρων: «Εμπρός στον έτσι που χάραξε ο τέτοιος».

Το Έθνος και η Ιστορία του, οι αξίες, οι Ήρωες, τα Σύμβολα του, δεν είναι παρά το πρόσωπο μας στον κόσμο. Αυτό που μας προσδιορίζει, μας κινητοποιεί, μας ενώνει. Αυτό μας ανάθρεψε, μας έδωσε φρόνημα, κουράγιο, αντοχές. Αυτό μας γλύτωσε από όλους τους κινδύνους. Η ιδέα του Έθνους είναι το συνεκτικό μας υλικό.

Πάνω σε τι θα χτίσουμε την εθνική και κοινωνική ενότητα μπροστά στον κίνδυνο ενός «οικονομικού 1922», που αντιμετωπίζουμε λόγω των ιδεοληπτικών μηδενιστών σκιντζήδων, που σαστισμένοι καμώνονται ότι κυβερνούν; Ποια σημαία θα κυματίσει και θα μας οδηγήσει στην έφοδο προς τον Ουρανό, προς το μέλλον; Ποιο είναι το σύνθημα κι η συνειδησιακή νομιμοποίηση του στο Λαό; «Εμπρός για καλή εφαρμογή του Μνημονίου»; «ΔΝΤ και βοηθητικοί, μια γροθιά και μια φωνή»; «Εμπρός για να βγει η πολυπολιτισμική Ελλάδα στις αγορές»; Τι ανάταση!

Και στην Οικονομία, λένε οι επαΐοντες, η ψυχολογία είναι το 75%! Αγώνας είναι κι αυτός. Κι αγώνες δεν γίνονται από ψοφίμια, ασύντακτα μπουλούκια και τουρίστες.

Η νέα Ηγεσία, που έρχεται με μεγάλες δρασκελιές, πρέπει και θα ξαναχτίσει την εθνική και κοινωνική ενότητα. Πάνω στην Μνήμη των Ηρώων μας και στην δύναμη των Συμβόλων μας, πάνω στην Ιστορία μας και στην αχλύ των ευγενών της μύθων, όλοι οι λαοί έχουν. Άλλο όμως οι μύθοι ενός ιστορικού Έθνους κι άλλο τα παραμύθια μιας μπατιρημένης ηγεσίας που απέρχεται καταντροπιασμένη. Σωστά;
πηγή